http://www.imaginemag.gr/blog/wp-content/uploads/2012/03/tetelestai-1024x804-960x753.jpg
MAGAZINE_CONCEPTS March, 4th 2012 by rammoudora

«Τετέλεσται»!

Κείμενo: Δρ. Γεώργιος Μούρτος

 

Πρόκειται για το επιθανάτιο ψέλλισμα του Θεανθρώπου, μετά τη θανατική καταδίκη Του που υπαγορεύτηκε από λόγους τυφλής βαρβαρότητας του αλαλάζοντος πλήθους και εκφράστηκε με μια πράξη ασύλληπτης κακότητας: τη σταύρωση. Μιας υπερχυλίζουσας κακότητας που γονατίζει ακόμη και τον Θεάνθρωπο, ο οποίος, λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα Του πάνω στο σταυρό του μαρτυρίου, αναφωνεί ικετευτικά: «ηλί ηλί, λιμά σαβαχθανί; τούτ΄ έστι, Θεέ μου Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» (Μτ 27,46). Αυτές τις τραγικές στιγμές μας τις εξιστορούν με γλαφυρό τρόπο οι ευαγγελιστές Ματθαίος και Ιωάννης στα ομώνυμα Ευαγγέλια.

Φέρνω στο νου μου την προαναφερόμενη εικόνα των Παθών λόγω της επικαιρότητας, τόσο της θρησκευτικής όσο και της πολιτικής. Σπεύδω να τονίσω τη διαφορά μεταξύ των δύο εκδοχών ότι, δηλαδή, σήμερα δεν συντελείται η σταύρωση του ενός αλλά η σταύρωση ενός ολόκληρου λαού. Παραλληλίζοντας τις δύο εκδοχές, οδηγούμαστε στη σοκαριστική διαπίστωση ότι στην μνημονιακή Ελλάδα επαναλαμβάνεται η σταύρωση του Θεανθρώπου στη νιοστί, όχι από ένα παγανιστικό καθεστώς αλλά από ένα κατ΄ όνομα χριστιανικό και πολιτισμένο κράτος που, καταφανώς, στερείται αρχών και μέτρου. Σύμφωνα με τη διδαχή του Ιησού, ο κάθε άνθρωπος είναι κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση του Θεού, γι΄ αυτό επεσήμανε ρητά: «εφ΄ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» {αφού τα κάνατε αυτά για έναν από τους άσημους αδελφούς μου, τα κάνατε για μένα (Μτ 25,40)}. Άρα, οι σταυρωτές του ελληνικού λαού είναι ένοχοι όχι μόνον έναντι των αθώων και ανήμπορων ανθρώπων αλλά και του Θεού με συνενόχους το ισόβιο ιερατείο, αυτό που βλέπει αλλά δεν ομιλεί, με τις ελάχιστες εξαιρέσεις.

Δεν ψέγω συλλήβδην την Διοικούσα Εκκλησία για παράλειψη και ολιγωρία, αλλά επισημαίνω κάτι σοβαρότερο, την αυτοαναίρεσή της που συνεπάγεται η ανοχή που επιδεικνύει στη σταύρωση των πολλών, διότι εκκλησία σημαίνει λαϊκό σώμα, δηλαδή λαός. Η νεκρική σιωπή, ακόμη και η χαλαρή αντίδρασή της, ισοδυναμεί με συνενοχή στη σταύρωση του λαού, σημαίνει εύνοια προς τους σταυρωτές. Αυτή η σημερινή ένοχη στάση αντιγράφει εν πολλοίς τη στάση των αρχιερέων της εποχής του Θεανθρώπου, που πρωτοστάτησαν στη σταύρωσή Του (Ιω 19,6). Όσοι, δε, εκ του ιερατείου παραμένουν εκκλησιαστικοί, δηλαδή λαϊκότροποι, όπως ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, αντιμετωπίζουν την χλεύη, τον πόλεμο και εκ των έσω, και τελικά την σταυρική καταδίκη.

Με αφορμή την περίοδο της Σαρακοστής που διανύουμε, η οποία  ολοκληρώνεται με την εβδομάδα των Παθών, θα επιχειρήσω την κοσμική ερμηνεία του φαινομένου στην σταυρωμένη Ελλάδα του Μνημονίου. Οι ταγοί μας, μπροστά στο θέαμα του σπαρασσομένου οικονομικά λαού, με ιδιάζουσα ψυχρότητα, προχώρησαν στην σταύρωσή του, χωρίς δίκη και μια εφ΄ όλης της ύλης συζήτηση που αυτή συνεπάγεται, χωρίς επιείκεια, χωρίς επιμερισμό των ευθυνών. Αυτοί που αποφάσισαν την επιβολή της μέγιστης ποινής είναι οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι της εποχής μας, οι οποίοι παραμένουν ανέγγιχτοι από την κρίση, αφού κανένα τροϊκανό μέτρο δεν αγγίζει τα προνόμιά τους. Έτσι, έχουν κίνητρο ιδιοτελές, για να ενεργούν ψυχρά, ως εντολοδόχοι της τροϊκανής δεσποτείας, αφού δεν συμπάσχουν με τον δοκιμαζόμενο λαό, καθότι εξαιρούνται από το μαρτύριό του. Ως οι ευνοούμενοι του συστήματος, που αυτοί έφτιαξαν και μετά μανίας προσπαθούν να διατηρήσουν, διαγράφουν από τη σκέψη τους κάθε άλλη επιλογή, όπως είναι η ανάπτυξη και η ισοκατανομή των βαρών, αλλά και η νέμεσης (η οποία βρίσκεται στην καρδιά της κλασικής και ορθόδοξης παράδοσής μας), διότι η εμβέλεια της σκέψης τους είναι ατομοκεντρική και το περιεχόμενό της οικονομοκρατικό, τουτέστιν, στηρίζεται στα νούμερα και όχι στον συνάνθρωπο.

Οι εναλλακτικές επιλογές της θεραπείας σοκ, που εάν καταλλήλως επεξεργάζονταν και εφαρμόζονταν με τον ίδιο ζήλο με αυτό που προβάλλεται ως μονόδρομος (εξ ορισμού πάντα επικίνδυνος, καθότι συχνά αποδεικνύεται αδιέξοδος) και που δεν θα οδηγούσαν στη μαρτυρική και εξευτελιστική σταύρωση, προϋποθέτουν «εσωτερική πληρότητα» και ψυχική γενναιότητα (αγγλιστί “guts”) των αρχόντων, πράγμα που η άρχουσα ελίτ της μεταπολιτευτικής Ελλάδας στερείται. Το έγκλημα είναι διαρκές, καθόσον της σωματικής σταύρωσης προηγήθηκε η αποδόμηση του έσω ανθρώπου, η πνευματική κατάπτωσή του, το ψυχικό του μαύρισμα.

Πριν προβώ σε μια ιστορική ανασκόπηση, για να αποδείξω του λόγου το αληθές επί όσων υποστηρίζω, θα προτάξω την εξής διαπίστωση. Δεν υπάρχει προηγούμενο στα παγκόσμια χρονικά, που ένα κράτος αναδείχθηκε σε περιφερειακή ή/και σε παγκόσμια δύναμη ή ακόμη σε μια αξιοπρεπή κρατική οντότητα με αυτόφωτη πορεία, διάρκεια και απήχηση χωρίς αυτό να έχει πνευματική αναφορά και χωρίς να έχει ενεργοποιήσει τις εσωτερικές δυνάμεις του λαού, τον έσω άνθρωπο. Θα αναφέρω, εν συνόψει, παραδείγματα, που επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό μου.

Το θαύμα της κλασικής Ελλάδας, που ανέδειξε έναν ολιγοπληθυσμικό λαό σε Αυτοκρατορία –την Αθηναϊκή- και δημιουργό ασυναγώνιστων πνευματικών και καλλιτεχνικών επιτευγμάτων, συνέπεσε με τη γένεση της τραγωδίας και του θεάτρου, που αποτελούσαν το παιδευτήρι του λαού. Δηλαδή, συνέπεσε χρονικά με την άυλη, την πνευματική καλλιέργεια, γι΄ αυτό όλα τα ανεπανάληπτα  επιτεύγματα της εποχής είχαν κατά βάση θρησκευτική αναφορά (Παρθενώνας, Δελφοί, κ.ο.κ.).

Η Αραβοϊσλαμική Αυτοκρατορία (3ος-7ος αι. μ.Χ.), με έδρα την μέχρι τότε άσημη Βαγδάτη, ήταν γέννημα του Ισλάμ και των αστείρευτων πνευματικών δυνάμεων που η νέα θρησκεία απελευθέρωσε. Και τούτο, διότι αυτή η θρησκεία, που ταίριαζε στον χαρακτήρα του λαού που την υιοθέτησε, των Αράβων, νοηματοδότησε τη ζωή τους και ενίσχυσε την πίστη στο θεόκλητο ρόλο τους. Αυτή η πνευματική αναγέννηση ενός τόσο ετερόκλητου λαού δεν περιορίστηκε στο μεταφυσικό, αλλά συμπληρώθηκε με το μεγάλο πνευματικό άλμα: την μετά πάθους οικειοποίηση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας με ιδιαίτερη έμφαση σε έργα πρακτικής χρησιμότητας (π.χ. αστρολογία, μαθηματικά, ιατρική, γεωργία, αλχημεία), όπως άλλωστε ταίριαζε στη νέα θρησκεία, η οποία είχε περισσότερο πρακτική αναφορά, αφού ρύθμιζε τα της καθημερινότητας. Αυτή η πολιτισμική έκρηξη, που συνοδεύτηκε με εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη, προσέδωσε εσωτερική πληρότητα και αίσθημα ανωτερότητας στους Άραβες, οι οποίοι μέχρι τον 16ο αι. διατηρούσαν πλήρη απαξία προς τους Δυτικούς, θεωρώντας τους αγροίκους και απολίτιστους.

Πιο εντυπωσιακή της προαναφερόμενης, υπήρξε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που διήρκησε έντεκα αιώνες, παρότι ουσιαστικά επρόκειτο για μια πόλη-κράτος, την Κωνσταντινούπολη, την Πόλη όπως έμεινε γνωστή, η οποία αντλούσε την ισχύ της από μη υλικούς παράγοντες (πολιτισμός, αρχαιοελληνικό παρελθόν, Ορθοδοξία). Με αυτά τα εφόδια τέθηκαν οι βάσεις της ορθόδοξης ζωής, της χριστιανικής φιλολογίας και μουσικής, καθώς και της απαράμιλλου κάλλους χριστιανικής τέχνης. Ακόμα και στην εμφάνιση των πανίσχυρων αντιπάλων δεν υπέκυψε, αφού τόνωσε το λαϊκό φρόνιμα με την προσθήκη «στρατιωτικών αγίων» (Γεώργιος, Δημήτριος κ.ά.) και στρατηλατών αυτοκρατόρων. Αυτοκρατόρων, που αυτοτιμωρούνταν για την υπαιτιότητά τους στα δεινά του λαού με τον οικιοθελή εγκλεισμό τους σε Μονές. Ήταν καθ΄ όλα μια πνευματική αυτοκρατορία με μακρύ και στιβαρό στρατιωτικό χέρι, που ανέδειξε το θαύμα της ανθρώπινης δημιουργίας σε όλες τις πτυχές της.

Τη σκυτάλη πήρε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που, όπως η Αραβική, στηρίχθηκε στο Ισλάμ, την ατμομηχανή που εξελίχθηκε σε οδοστρωτήρα, γιατί προσέδωσε εσωτερική δύναμη στον απλό Οθωμανό πέραν από τις ανθρώπινες δυνάμεις του.

Ένα άλλο ιστορικό ορόσημο, που σημάδεψε ανεξίτηλα την παγκόσμια εξέλιξη, αποτελεί η άνοδος της Ευρώπης. Ο ξαφνικός καλπασμός της προς την παγκόσμια κυριαρχία ξεκίνησε τον Μεσαίωνα, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να ισορροπούν ανάμεσα στην κατάκτηση του υλικού κόσμου και στην ενατένιση του αιώνιου. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο εκχριστιανισμός της, που ενδυνάμωσε τον έσω άνθρωπο και επέφερε την κοινωνική πειθαρχία, το μαχητικό ζήλο και την ιδεολογική συσπείρωση. Οι υπερβολές του παπισμού και της θεοκρατίας θεραπεύτηκαν εν πολλοίς όχι με την κατάργηση του χριστιανισμού αλλά με την αναγέννησή του μέσω μιας νέας κοινωνικής ηθικής –της προτεσταντικής ηθικής-, που βασίζονταν σε μια κοινωνική οργάνωση ισότητας, αλληλοϋποστήριξης και συνδύαζε τον ρασιοναλισμό και την επιδίωξη του κέρδους με την ασκητική πειθαρχία για το καλό της κοινότητας.

Ακόμα και στη χώρα με τις λιγότερες μεταφυσικές αναζητήσεις, την Κίνα, το ενδιαφέρον στράφηκε όχι στο άτομο (δικαιώματα, σωτηρία) και στην ύλη αλλά στο σύνολο και στις άγραφες αξίες. Και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά σε μια αχανή, ετερόκλητη και πολυπληθυσμική χώρα, όπως η Κίνα, εάν δεν υπήρχαν οι διαχρονικές αρχές της κομφουκιανής ηθικής, που δεν βασίζονται στο νόμο και στην επιβολή αλλά σε πρακτικά ζητήματα βάσει των οποίων ο καθένας γνωρίζει και τηρεί τις υποχρεώσεις του. Αυτός ο τρόπος ρύθμισης του κοινωνικού βίου ήταν αυτορρυθμιστικός και ως τέτοιος απέτρεπε συμπεριφορές ακροτήτων και φανατισμού. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι οι Κινέζοι ουδέποτε υπήρξαν πολεμικός λαός, γι΄ αυτό η ιστορία τους έχει να επιδείξει μόνον ήττες στο πεδίο των μαχών. Διαθέτουν, όμως, ένα άλλο ισχυρό «όπλο», το πρακτικό πνεύμα, που προσδίδει την ευελιξία και την ταχύτητα προσαρμογής στα εκάστοτε δεδομένα, χωρίς παρεκκλίσεις από την παράδοση, την μεγάλη δύναμή τους. Μέχρι σήμερα, η αχανής αυτή χώρα παραμένει μια αυτορρυθμιζόμενη κοινωνία, που έχει ως πυξίδα τις ηθικές αρχές της κομφουκιανής παράδοσης.

Η γειτονική Ιαπωνία, λόγω της γεωγραφικής απομόνωσής της και του αφιλόξενου φυσικού περιβάλλοντος ανέπτυξε αρχές που αποβλέπουν στην «αρμονία», την εσωτερική και την διαπροσωπική. Αρχές, που ενισχύουν την αρμονική συνεργασία μεταξύ των πολιτών και στηρίζονται σε ένα πλέγμα υποχρεώσεων, στην παράδοση αλλά και στο πολεμικό ήθος ως εγγενές στοιχείο επιβίωσης. Η αρμονία, στην οποία αναφέρθηκα, βρίσκει έκφραση σε απλά πράγματα της καθημερινότητας, στη φύση που ο Ιάπωνας λατρεύει, στο χρώμα και στη σύνθεση των λουλουδιών, στην αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης. Εν ολίγοις, το μεταπολεμικό ιαπωνικό θαύμα βασίστηκε στο κοινοτικό ήθος με το υψηλό βαθμό κοινωνικού εγκαλεταριασμού. Άλλωστε, κοινότητα και αρμονία από τη μια και υπερβολικός εξατομικευμένος πλούτος από την άλλη είναι ασυμβίβαστες έννοιες και αντιθετικά μεγέθη. Γι΄ αυτό, η απλή υπόνοια παράνομου πλουτισμού επισείει την αυτοχειρία. Από παρόμοια ηθική διέπονται και οι λαοί που επέτυχαν το σκανδιναβικό θαύμα με τη μόνη διαφορά ότι τα υψηλά ποσοστά αυτοχειρίας οφείλονται στην εσωτερική κενότητα, που η υλική ανάπτυξη αδυνατεί να καλύψει.

Παραδοσιακές, με πνευματική αναφορά, είναι όλες οι κοινωνίες των «ασιατικών τίγρεων», μικρών και μεγάλων. Στην Ταϊλάνδη, λ.χ., υπάρχει νομοθετική ρύθμιση που επιτρέπει στον όποιο εργαζόμενο αντιμετωπίζει προβλήματα και έχει ανάγκη από εσωτερική ηρεμία και ψυχική ανάταση να καταφύγει σε μοναστήρι για ένα εξάμηνο με πλήρεις αποδοχές. Όχι στα ψυχοφάρμακα, όχι στους τσαρλατάνους θαυματοποιούς, αλλά στην ηρεμία του μοναστηριού, στη δύναμη της σοφίας των ιερών κειμένων.

Ας έλθουμε εγγύτερα, γεωγραφικά και χρονικά, με μερικά ακόμη παραδείγματα. Και πρωτ΄ απ΄ όλα στη Γερμανία, η οποία συνδυάζει το πνευματικό –λατρεία στην κλασική μουσική και παιδεία- με την πειθαρχία, με το πολεμικό ήθος και με μια υποβόσκουσα βαρβαρότητα που εκδηλώνεται με εξάρσεις σκληρότητας και τυφλής βίας. Προσέξτε την αντίθεση: λατρεία στις κλασικές σπουδές, στην κλασική μουσική και ιδιαίτερα ανεπτυγμένο επίπεδο στις Πατερικές σπουδές από τη  μια και, από την άλλη, ακραίες συμπεριφορές σκληρότητας ή και βαρβαρότητας προς τους τρίτους, τους αλλόφυλους. Φέρτε στο νου σας την ακόλουθη πραγματική εικόνα του Γερμανού, ο οποίος απολάμβανε μια συναυλία κλασικής μουσικής το βράδυ, όταν την ημέρα επιδίδονταν σε πράξεις θηριωδίας εναντίον των Εβραίων ή στην ισοπέδωση, μεταφορική και πραγματική, μιας χώρας, όπως η Ελλάδα της Κατοχής και, σήμερα, του Μνημονίου. Ο συγκερασμός αυτός των αντιθέτων, παρότι επέφερε μακάβρια αποτελέσματα στην ανθρωπότητα, ερμηνεύει το «γερμανικό θαύμα», καθότι η οικονομική επιτυχία και η μέγιστη δυνατή εργασιακή απόδοση προϋποθέτει την εσωτερική γαλήνη του εργαζόμενου μέσω κάποιας πνευματικής αναφοράς, καθώς και μέσω της γενικότερης εργασιακής ικανοποίησής του. Δεν είναι τυχαίο ότι η χώρα αυτή ήταν η πρώτη που καθιέρωσε τις πρόνοιες του κοινωνικού κράτους, όχι κατόπιν μιας λαϊκής επανάστασης αλλά υπό καθεστώς δικτατορίας, ενώ με άνωθεν βούληση καθιερώθηκε και το οικογενειακό αυτοκίνητο (το γνωστό, Volks-wagen = λαός + αυτοκίνητο), που έγινε κτήμα του κάθε εργαζόμενου.

Την καθίζηση της Ρωσίας του Γιέλτσιν, που επέβαλε πολιτικές μονεταριστικής αγριότητας με τη γνωστή και στην Ελλάδα συνταγή της θεραπείας σοκ, διαδέχθηκε η αναγεννησιακή εποχή Πούτιν, με την έμφαση στις αξίες της παράδοσης (Ορθοδοξία, πατρίδα, οικογένεια), που επέφερε θεαματικά αποτελέσματα. Και πάν’ απ΄ όλα, διεύρυνε θεαματικά την κοινωνική βάση της Μεσαίας Τάξης για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας. Αυτή η κοινωνική μάζα αποτελεί την ραχοκοκαλιά κάθε κοινωνίας, την ατμομηχανή της που έχει ως κινητήρια δύναμη πνευματικές αξίες και αρχές που αναφέρονται στον έσω άνθρωπο. Δίχως αυτή την προϋπόθεση της πνευματικότητας, οικονομική ανάταξη δεν υπάρχει. Τα στατιστικά νούμερα στη Ρωσία του Πούτιν είναι εντυπωσιακά. Υπολογίζεται ότι, σήμερα, η Μεσαία Τάξη αποτελεί το 18-25% του πληθυσμού της χώρας, ενώ στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως στη Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη, υπερβαίνει το 50%.

Από το ίδιο πνεύμα διέπεται η ισλαμοεθνικιστική Τουρκία του Ερντογάν, που ανέτρεψε την παρακμιακή πορεία του κοσμικού-κεμαλικού καθεστώτος με συνταγή Πούτιν: τον έσω άνθρωπο, με τις παραδόσεις και τις αρχές του, τη Μεσαία Τάξη. Αυτό είναι το μυστικό, που η καταχρεωμένη Τουρκία του 2000 αναδείχθηκε στη σημερινή 17η ισχυρότερη παγκόσμια δύναμη, με συνέπεια να υπαγορεύει πολιτικές στους γείτονές της και να εξάγει τον πολιτισμό της.

Λίγο πιο κάτω στη γειτονιά μας είναι το Ισραήλ, που ζει και αναπνέει ως κρατική οντότητα, γιατί η αναφορά του είναι μεταφυσική, οι αρχές του θεοκεντρικές, το κράτος του θεοκρατικό στη φιλοσοφία αλλά κοσμικό στις σχέσεις του με τον πολίτη, τον οποίο δεν περιορίζει στην ψυχή και στο πνεύμα. Απεναντίας τον ενδυναμώνει, αφού του εξασφαλίζει το θαύμα της επιβίωσης εν μέσω του ωκεανού της απόρριψης.

Στην αντίπερα πλευρά του Ατλαντικού, κείται η υπερδύναμη. Μια χώρα χωνευτήρι πολιτισμών και φιλελεύθερη, ταυτόχρονα άκρως θρησκευόμενη και ηθικολογική, η οποία κατατάσσεται στην κατηγορία των κρατών της πατριωτικής θεοκρατίας που, ωστόσο, μετριάζεται από την πολιτική δημοκρατία. Όλα γίνονται στο όνομα του θεού και στη βάση ενός κώδικα αξιών κοινής αποδοχής. Είναι η μοναδική χώρα, όπου ουδείς εκ των πολιτών της δηλώνει άθεος, πολλώ δε μάλλον κάποιος από την άρχουσα ελίτ, παρότι έχει την ελευθερία και το δικαίωμα. Είναι η υπερδύναμη που εξελίχθηκε σε κοσμοκράτειρα, βασιζόμενη στο πνευματικό της οπλοστάσιο και σε  μια παγκόσμια ηθική, τη δική της ηθική που είναι η ηθική της “Novus Ordo Seclorum” (Νέας Τάξης Πραγμάτων), όπως αναγράφεται στο εθνικό της σύμβολο. Στη χώρα αυτή δεν χρειάζεται μια κρατική θρησκεία, γιατί ο Θεός υπάρχει παντού: υπάρχει στο εθνικό της σύμβολο –μια πυραμίδα που ορθώνεται μέχρι τον ουρανό για να συναντήσει τον οφθαλμό του Θεού, συμβολίζοντας ότι το έθνος βρίσκεται κάτω από την θεϊκή προστασία-, υπάρχει και στη φράση: “In God we trust” (Εμπιστευόμαστε τον Θεό), τυπωμένη στο εθνικό της νόμισμα, το δολάριο.

Αλλά και η πλέον κοσμική χώρα της Δύσης, η Γαλλία, η χριστιανική ηθική διέπει την καθημερινότητά της και διαμορφώνει συμπεριφορές. Χαρακτηριστικός είναι ο αυτοπροσδιορισμός του επαναστάτη ακτιβιστή, συντρόφου του Τσε Γκεβάρα, καθηγητή Ρεζίς Ντεμπρέ, ότι είναι «άθεος χριστιανός». Δηλαδή, άθεος ως προς τα προσωπικά του πιστεύω αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιθυμεί η χώρα του να αποβάλει τις χριστιανικές αξίες και αρχές που συνέχουν την κοινωνία και νοηματοδοτούν τον άνθρωπο. Γι΄ αυτό, οι εκκοσμικευμένοι Γάλλοι εμπιστεύονται τόσο πολύ την εκπαίδευση που παρέχεται από την Καθολική Εκκλησία.

Άφησα για κατακλείδα των εξειδικευμένων αναφορών μου μια ιδιαίτερη περίπτωση, την λιλιπούτεια σε μέγεθος και πληθυσμό αλλά αξιόλογη σε πνευματικό και ηθικό απόθεμα Ισλανδία, την οποία πολιτικοί και τραπεζίτες την «ισοπέδωσαν» και οι πολίτες της την ανόρθωσαν, γιατί υπήρχε η πνευματική «μαγιά». Είναι η χώρα, που στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα αναδεικνύεται κάποιος από την πνευματική ελίτ της χώρας, που δεν είναι επαγγελματίας πολιτικός. Ένας τέτοιος πρωταγωνίστησε στην απόρριψη επιβολής Μνημονίου και τάχθηκε υπέρ της συνταγματικής αναθεώρησης από Λαϊκή Συνέλευση, παραμερίζοντας τους επαγγελματίες (τους αντίστοιχους Βενιζέλους, Λοβέρδους και Παυλόπουλους στα καθ΄ ημάς) σε μια διαδικασία που αποτελεί τον ύμνο της άμεσης δημοκρατίας, με συνέπεια η χώρα να επιστρέψει στην ανάπτυξη, να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών σε χρόνο ρεκόρ, να αυτοκαθαρθεί πολιτικά μέσω φυλακίσεων και καταδίκης των υπευθύνων.

Προσέξτε τη λεπτομέρεια. Πολλές δυτικές κοινωνίες δεν φημίζονται για την ατομική καθαριότητα των πολιτών της και την ευταξία στο εσωτερικό των σπιτιών τους, με τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις τη Βρετανία και τη Γαλλία, στην οποία αναπτύχθηκε, όχι χωρίς λόγο, η αρωματοποιΐα. Ωστόσο, όλες οι δυτικές κοινωνίες, χωρίς καμία εξαίρεση, χαρακτηρίζονται για την αρχιτεκτονική και ρυμοτομική συμμετρία, την καλλιέπεια των δημόσιων και ιδιωτικών εξωτερικών χώρων, την παραδειγματική δημόσια καθαριότητα. Αυτή η εικόνα ανατάσσει τον άνθρωπο, τον γεμίζει εσωτερικά, τον ενισχύει ψυχοσωματικά και αναδεικνύει τις δημιουργικές αρετές του, που εκφράζονται μέσα από την υψηλή παραγωγικότητα, την αγόγγυστη εργασιακή συνέπεια, την ανθρώπινη και ευγενική συμπεριφορά προς τον συνάνθρωπό του. Προς τούτο, κατατείνουν η ανάπτυξη και η έμφαση, που δίνουν αυτές οι χώρες, στις τέχνες, στη μουσική, στην καλαισθησία των δημόσιων χώρων (πλατείες, κήποι, κτήρια), στη μόδα με τις ευεργετικές συνέπειες ενός αισθητικού θεραπευτικού μασάζ.

Και τώρα η «παραφωνία», ο αποβλητέος της παρέας, ο αν-ορθόδοξος ελλαδίτης της Μεταπολίτευσης. Ο Έλληνας π.Μ. (προ Μεταπολίτευση) πιστώνεται με το οικονομικό θαύμα της ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ κατά 8% και της αύξησης των ιδιωτικών επενδύσεων κατά 10% για μια συνεχόμενη εικοσαετία (1953-73). Ο Έλληνας μ.Μ. (μετά Μεταπολίτευση), χρεώνεται με την αντίστροφη πορεία, με το δράμα της παρακμής, όπως αποτυπώνεται μέσα από τις στατιστικές, επιτυγχάνοντας το ακατόρθωτο: 1.5% και 0.6% σε ΑΕΠ και επενδύσεις, αντίστοιχα, το 1981, τη χρονιά που το δημόσιο χρέος έφθανε το 30% του ΑΕΠ, για να ανέλθει στο 72% το 1989 και να εκτοξευτεί σήμερα στο εφιαλτικό 170%. Και το σημαντικότερο: το θαύμα της μεταπολεμικής εικοσαετίας, που είναι συγκρίσιμο μόνο με αυτό της Γερμανίας, έγινε από έναν εξαθλιωμένο από τον Πόλεμο και τη φτώχεια λαό αλλά πλούσιο συναισθηματικά, με οράματα και συναίσθηση της αριστοκρατικής καταγωγής του.

Αναφέρομαι σε ένα λαό υψηλόφρονα, που στις Σειρήνες της ηρεμίας που προσφέρει η ξενοδουλία αντέταξε την αξιοπρέπεια και τη θυσία που συνεπάγονταν το ηρωικό ΟΧΙ, γιατί είχε εθνική αυτογνωσία, πίστη στην ελληνορθόδοξη παράδοση και ήταν εμποτισμένος με αλτρουιστικά αισθήματα, όπως είναι η ανιδιοτέλεια και η κοινωνική αλληλεγγύη, η συμπόνια και η ανοχή. Αυτός ήταν ο αγνός και ισχυρός Έλληνας, ο οποίος δεν είχε ακόμα μολυνθεί από τα κοινοτικά «πακέτα», από τις «Ανεξάρτητες» Αρχές και τα νομοθετημένα «Ατομικά Δικαιώματα», που τελούν υπό την αιγίδα επαγγελματιών προστατών, των συστημικών. Ξαφνιαστήκατε; Θα σας προκαλέσω ακόμη περισσότερο με την εξής διαπίστωση. Προσέξτε την επιλεκτικότητα αυτών των «Αρχών» και «Δικαιωμάτων». Το ενδιαφέρον μονοπωλείται γύρω από τα ζητήματα των μειοψηφιών αλλά όχι της πλειοψηφίας, για το πολυεθνικό αλλά όχι για το εθνικό, για τον άνθρωπο της ιδιαιτερότητας αλλά όχι για τον άνεργο. Οι εν λόγω προστάτες, ενδιαφέρονται εν κατακλείδι, γι΄ αυτό που το σύστημα επιδιώκει και προωθεί.

Την ηλιοφάνεια της μεταπολεμικής περιόδου επισκίασε πολιτικά η δικτατορία των συνταγματαρχών και διαδέχθηκε η θύελλα της Μεταπολίτευσης με τους «πεφωτισμένους» και «προοδευτικούς», οι οποίοι επιδόθηκαν σε ένα οργιώδες ξεφάντωμα και, το χειρότερο, στο ξερίζωμα των ανεκτίμητων πολιτισμικών αξιών, παράλληλα με τη διαγραφή της ιστορικής μνήμης. Το αποτέλεσμα υπήρξε τραγικό. Διαβρώθηκαν, ένεκεν συνειδητής βούλησης ή/και αμέλειας, οι πυλώνες που στήριζαν το αξιακό σύστημα του ελληνισμού στη διαχρονία του (θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, λιτότητα και μέτρο) και υποκαταστάθηκε από ευτελείς αξίες, που χαρακτηρίζουν τον «κοιλιακό και ηδονοθηρικό πολιτισμό», τουτέστιν, την άκρατη κατανάλωση χωρίς δημιουργία (γεμάτα τα σχολικά εγχειρίδια σήμερα από τέτοιες αναφορές), την τηλεοπτική εκπόρνευση, τον λεκτικό εκχυδαϊσμό, την πάρτη μας και τη λαμογιά με τα «δωράκια». Ασχήμια και βαρβαρότητα παντού: στο λόγο (ακατάσχετα υβρεολόγια, ξύλινος πολιτικός), στη γραφή (greeklish, ήτοι ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρας), στην συμπεριφορά (αγένεια, υπεροψία, μαγκιά), στην εμφάνιση (αποκαλυπτική των «απόκρυφων» σημείων, ατημέλητη με μούσια και χαλκάδες), στην αρχιτεκτονική, στην…ψυχή.

Αυτή η μετάλλαξη του μεταπολιτευτικού Έλληνα συντελέστηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια, με την άρχουσα ελίτ να ηγείται του χορού της ασυδοσίας…συγνώμη της «δημοκρατίας» και του αριστεροπροοδευτισμού, και ο αλλοτριωμένος Έλληνας να ακολουθεί σε ρυθμούς υλόφρονα, ηδονοθηρικού και απάτριδος εκστασιασμού. Οι απλοί και ελληνοπρεπείς συμπαρασύρθηκαν από τους «προοδευτικούς», οι οποίοι  εμφορούνταν από μια νέα θρησκειακή αντίληψη, που προβλήθηκε μέσα από τα ΜΜΕ, τη διανόηση, την γυμνή από κουλτούρα εκπαίδευση, ότι εμπεριέχει την απόλυτη αλήθεια και πως νομοτελειακά αυτή θα επικρατήσει. Έτσι, εκριζώθηκε κάθε ελληνότροπο χαρακτηριστικό με εσωτερική, πνευματική αναφορά και, σταδιακά, μεταλλαχθήκαμε σε λαό εν υπνώσει, με βαριά μορφή πνευματικής αχρωματοψίας. Παντού σκοτάδι, σύγχυση και καταστροφή. Στο όνομα της «προόδου» και της δημοκρατικής ελευθεριότητας, η θεσπέσια ελληνική γη μετατράπηκε σε ένα τοπίο χωρίς εσωτερική απήχηση, σε ένα τσιμεντοποιημένο και ογκώδες κιτς, σε ένα απέραντο σκουπιδότοπο, σε ένα θηριώδες κατασκεύασμα που βαραίνει την ψυχή, δίχως αρμονία και μέτρο. Παράλληλα, δημιουργήθηκε μια νέα ανθρωπομορφική αισθητική εξίσου αποκρουστική με την αρχιτεκτονική, με «τετράγωνους» ιερωμένους και στρατιωτικούς ηγέτες, που υποτίθεται πως ασκούν το άθλημα της λιτότητας και της άσκησης –πνευματικής και σωματικής.

Ο μακάβριος κατήφορος του «κενού» Έλληνα της Μεταπολίτευσης δεν έχει τελειωμό. Χωρίς πνευματική πυξίδα, οικοδομήθηκε ένα άχρωμο εκπαιδευτικό σύστημα για ρομποτάκια. Ένα σύστημα τεχνοκρατικό, ατομοκεντρικό, εθνοφοβικό και νεο-πλουτίστικο στη φιλοσοφία του, που ακυρώνει κάθε αναφορά στο συλλογικό μας είναι, στην ελληνοπρέπεια και στο εμείς, υποβαθμίζοντας μέχρι ακυρώσεως τις ανθρωπιστικές σπουδές, γι΄ αυτό είναι τόσο ανάλγητο και μισητό και, κατ΄ επέκταση, αντιπαραγωγικό. Είναι ένα προβληματικό σύστημα, που γεννά προβληματικούς πολίτες και ένα προβληματικό κράτος.

Με αφορμή τα ανωτέρω, οδηγούμαι σε μια γενική παρατήρηση. Η αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος είναι αποτυχία της χώρας, η οποία όχι μόνον υποβαθμίστηκε στο ναδίρ της οικονομικής κλίμακας από τους φημισμένους Οίκους Πιστοληπτικής Αξιολόγησης αλλά καταποντίστηκε και σε όλους τους δείκτες ποιοτικής αξιολόγησης. Η χώρα μας δεν είναι ποιοτική σε τίποτε, διότι είναι μεταπρατική, μιμητική, μυρικαστική στα πάντα. Απεχθάνεται και τιμωρεί τη δημιουργία και επιλέγει το εύκολο, το εισαγόμενο σε προϊόντα και σε ιδέες, τη μίμηση αλλότριων εθίμων και συμπεριφορών. Ποιοτικός είναι μόνον ο παραγωγός, ο ποιητής, δηλαδή ο δημιουργός, που το προϊόν του είναι αποτέλεσμα της δικής του δημιουργίας, του δικού του κόπου, ώστε να ταιριάζει στη ψυχοσύνθεσή του και να «δένει» με το περιβάλλον και τη χώρα γενικότερα. Ως μεταπράτες γίναμε μια χώρα κιτς, μια χώρα εισαγωγών (π.χ. εισάγουμε το 70% σε κηπευτικά και όσπρια), μια άγευστη και ακαλαίσθητη χώρα, μια χώρα του δανεισμού, μια αντιδημοκρατική χώρα που διοικείται από ένα καθεστώς κλεπτοκρατίας, το οποίο μόλις χθες, διά της υπογραφής του υπουργού «Δικαιοσύνης» αρνήθηκε την άρση του απορρήτου στις καταθέσεις των πολιτικών, μια χώρα δεδομένη που γονατίζει οικιοθελώς και προθύμως μπροστά στον απαιτητικό και ισχυρό.

Διαισθάνομαι τη σκέψη σας με τα όσα διαβάζετε. Βρίσκετε υπερβολική εάν όχι εξωπραγματική την αναφορά μου περί αντιδημοκρατικότητας του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης. Ένα σύστημα, που στήριξε τη νομιμότητά του στην αποκατάσταση και εμβάθυνση της δημοκρατίας. Δυστυχώς, αυτό που αισθάνομαι για την εθνική μας κατάπτωση και για τους υπαιτίους της, δεν μπορώ να το εκφράσω γραπτώς. Θα μείνω, όμως, στην εξής διαπίστωση. Και μόνον ότι τα περισσότερα κόμματα μονοπωλούν στο λογότυπό τους τη λέξη «δημοκρατία» και τα παράγωγά της, φανερώνει ότι αυτή είναι ακόμη το ζητούμενο. Είναι τυχαίο ότι τα Μνημόνια με τις δανειακές συμβάσεις, που έχουν κουρελιάσει το σύνταγμα και τους νόμους της χώρας μας, έγιναν αποδεκτά και εφαρμόζονται μόνο στη δική μας «δημοκρατία»; Και αυτό, γιατί, η δική μας δημοκρατία, που βασίζεται στην αντιπροσωπευτικότατα, δεν είναι ποιοτική, καθότι εισαγόμενη από την Εσπερία. Επιβλήθηκε, δε, με εισαγόμενους μονάρχες, με εισαγόμενα κόμματα και με γραικύλους, ενάντια στα θέσμια της φυλής, που είναι η άμεση δημοκρατία, αυτό το εγχώριο δημιούργημα, αυτό το ευγενές ελληνικό άθλημα, που προσέδωσε μια ανεξίτηλη ποιότητα στην πολιτική και στον πολιτισμό μας.

Όσοι συνεχίζουν να διαβάζουν το κείμενό μου και προσδοκούν κάποια οικονομική συνταγή για διέξοδο από την εξαθλίωση, θα απογοητευτούν. Και τούτο, διότι δεν επιζητώ το ανέσπερο φως στην οικονομική λύτρωση αλλά κάτι πιο απλό και εντελώς ανέξοδο: να επανέλθει το ζωοποιό φως στη χώρα του φωτός, γι΄ αυτό παραμένω ένας αμετανόητος «χριστιανοειδωλολάτρης μαρξιστής», παραφράζοντας τον Παπαδιαμάντη. Μπερδευτήκατε; Ακολουθείστε για λίγο τη σκέψη μου. Ο Μαρξ, αστός ο ίδιος και μεγαλοαστή η γυναίκα του, με λεβητική (ραββινική) καταγωγή, παρέμεινε πιστός στις αρχές της οικογένειας και της παράδοσης, στις αρχές της Μεσαίας Τάξης και, ως εκ τούτου, δεν εμφορείτο από αισθήματα κομπλεξισμού ούτε νεοπλουτισμού, ως οι ημέτεροι ευρωλιγούρηδες. Βαθύς μελετητής των αρχαιοελλήνων ταυτίστηκε σε πολλά μαζί τους, γι΄ αυτό ουδέποτε απέρριψε τα υλικά αγαθά και την απόκτηση κέρδους, απεναντίας, τα υιοθέτησε και τα ενέταξε στο αξιακό πλαίσιο του μέτρου. Κατέκρινε, δηλαδή, τη σώρευση του υπερβολικού πλούτου, ειδικά του αθέμιτου και λαμογίστικου, άποψη που υιοθέτησε και η ελληνορθοδοξία.

Οι χριστιανικές αναφορές για το μέγα θέμα του πλούτου είναι αμέτρητες με κορωνίδα το εξής ευαγγελικό χωρίο: «Ευκοπώτερόν εστι κάμηλον διά τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν» {Είναι ευκολότερον να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού (Μτ 19,24)}. Είναι αξιοσημείωτο ότι στις Γραφές καταδικάζεται ο ατομικός και όχι ο συλλογικός-κοινοτικός πλούτος αφενός και, αφετέρου, κατακρίνεται η υπερβολική συσσώρευση που γεννά υπεροψία ή είναι προϊόν αθέμιτης απόκτησης, που είναι αντίθετα προς την χριστιανική ηθική. Άλλωστε, στο ελληνοκεντρικό σύστημα αρχών ουδέποτε η δημιουργία ταυτίστηκε με το ύψος της αμοιβής και η ευτυχία με την κατανάλωση. Και τούτο, διότι το ελληνικό άθλημα είναι η «πενία».

Αντιλαμβάνομαι πως και πάλι σας ξαφνιάζω, ταυτίζοντας την πενία με την Ελλάδα, όχι την «ψωροκώσταινα» αλλά την φωτεινή, την οικουμενική Ελλάδα. Δεν θα έπρεπε, όμως, να ξαφνιάζεται κανείς εάν όλοι μας σκεφτόμασταν ελληνότροπα, εάν δεν είχαμε αλλοιωθεί πνευματικά. Αφήνω τον μέγιστο Ηρόδοτο να επιχειρηματολογήσει, δίνοντας τον ορισμό της Ελλάδας με την εξής λακωνική φράση, που βρίσκεται στο χωρίο 7.102: «Τη Ελλάδι πενίη σύντροφός εστι». Τουτέστιν, η Ελλάς συντρέφεται πενία ή με την φτώχεια συναναπτύσσεται η Ελλάδα. Μικρή πενία οδηγεί σε μικρή Ελλάδα. Μεγάλη πενία αντιθέτως προοιωνίζεται μεγάλη Ελλάδα. Και εξηγώ. Φτωχή και επί αιώνες υπόδουλη ήταν η χώρα μας αλλά αποτίναξε το ζυγό, φτωχή ήταν στους Βαλκανικούς Πολέμους αλλά αναδείχθηκε νικήτρια και εξελίχθηκε σε περιφερειακή δύναμη, φτωχή και στον Πόλεμο αλλά αντιτάχθηκε στις πανίσχυρες ναζιστικές δυνάμεις, κέρδισε τον παγκόσμιο θαυμασμό και μεγάλωσε γεωγραφικά. Και τούτο, διότι η πείνα εγείρει και ενεργοποιεί δυνάμεις, ενώ ο πλούτος αποχαυνώνει, ωθεί στο λήθαργο. Η πενία άγει στον πλούτο της Ελλάδας και όχι τον ατομικό και καταναλωτικό, που κατακρίνεται τόσο έντονα στην ελληνορθόδοξη, καθώς και στην αρχαιοελληνική παράδοσή μας. Η Πενία, λοιπόν, είχε την τιμητική της στην κλασική Ελλάδα, αφού, κατά τον Πλάτωνα ήταν η μητέρα του Έρωτα.

Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης είναι η σκληρόκαρδη και μοιραία μητροκτόνος. Σκοτώνει τα παιδιά της και, επί του προκειμένου, σκότωσε την πενία και τραυμάτισε τον έρωτα. Σκότωσε την πενία με το όπλο της υπερκατανάλωσης, πλήττοντας την αχίλλεια πτέρνα της: το λιτό, το απέριττο, το κάλλος και την εγκράτεια και, παράλληλα, τραυμάτισε θανάσιμα τον έρωτα με πράξεις άκρατης ηδονοθηρίας και ακύρωσης της αγαπητικής σχέσης. Είναι, άραγε, τυχαίο ότι οι μεγάλοι Έλληνες δημιουργοί σταμάτησαν να υπάρχουν ή να μεσουρανούν από τη στιγμή που η τέχνη έγινε καταναλωτική και εμπορεύσιμη και οι καλλιτέχνες μέρος του λάιφ στάιλ, με βίλες και με κότερα;

Θα σας σκιαγραφήσω τη νεκρική εικόνα του ελλαδικού μεταπολιτευτικού τοπίου στην καθημερινή εκδοχή του, όπως βιώνεται από το μέσο εργαζόμενο πολίτη. Μεταβαίνει στην εργασία του στοιβαγμένος σε κάποιο δημόσιο μέσο μεταφοράς, αντικρίζει μια αποκρουστική πόλη με βλοσυρούς και αγενείς συμπολίτες, περνά ώρες ανίας και μαρτυρίου σε ένα αποκρουστικό εργασιακό περιβάλλον (ακαλαίσθητο, ετοιμόρροπα έπιπλα, ουρές, φωνές, αγένεια και το μαρτυρολόγιο της –μη- εξυπηρέτησης, με κάποιον κομματοκύονα επικεφαλής), βομβαρδίζεται από κακοφωνίες (λεκτικές, ΜΜΕ) και καταναλωτικά στερεότυπα. Όσο πλησιάζει το μεσημέρι, η εργασία έχει καταστεί δουλεία (δουλειά). Επιστρέφει το απόγευμα στο σπίτι τόσο «κενός» και «πεσμένος», που δεν έχει διάθεση να ασχοληθεί με τίποτε, ούτε με την οικογένειά του, και πέφτει στον καναπέ, για να δεχθεί το τελικό χτύπημα λίγο πριν κοιμηθεί: την εκνευριστική παρουσία των πολιτικών στο γυαλί με την ξύλινη και άχρωμη γλώσσα τους που δεν συγκινεί, δεν πείθει, δεν παρακινεί και δεν ενεργοποιεί από τη μια και, από την άλλη, την αγένεια και την υπεροψία των τηλεαστέρων, την συστημική αποχαυνωτική προπαγάνδα τους.

Άιντε, να αυξήσεις την παραγωγικότητά σου σε αυτό το περιβάλλον, να παρακινηθείς για να γίνεις καλύτερος πολίτης, να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.

Και τώρα δύο εικόνες από μια άλλη Ελλάδα, που εκπέμπει φως ως πυγολαμπίδα στο σκοτάδι: τη νησιωτική και αγιορείτικη Ελλάδα, που αναδεικνύουν τη θεϊκή σχέση πενίας και έρωτος. Και πρώτ΄ απ΄ όλα, η εικόνα από ένα μη κοσμοπολίτικο νησί, με τους πεντακάθαρους δρόμους και σοκάκια, με τα ασβεστωμένα σπίτια και πεζοδρόμια, με τα ελάχιστα σκουπίδια, με την λιτή αλλά αξιοπρεπή ζωή των κατοίκων κατά τους δύσκολους χειμωνιάτικους μήνες, με την αγνότητα της ψυχής τους. Και η δεύτερη εικόνα από το Περιβόλι της Παναγιάς, το Άγιον Όρος, χωρίς ίχνος σκουπιδιών, με μοναχούς και επισκέπτες που διατηρούν παραδεισένιο τον χώρο, ζώντας με αυτάρκεια και έχοντας περιορίσει τα περιττά. Και οι δύο εικόνες είναι δηλωτικές της εσωτερικής γαλήνης και της ψυχικής ανάτασης, γιατί η ζωή εκεί έχει άλλη μορφή, είναι δημιουργική και, ως εκ τούτου, είναι ποιοτική.

Θα συνεχίσω τις σκέψεις του Ηρόδοτου περί «πενίας» με ένα πιο εξειδικευμένο τρόπο, όπως τον απέδωσε ο μεγάλος βιογράφος της αρχαιότητας, ο Πλούταρχος (45-120 μ.Χ.), στο εξαιρετικό και άκρως επίκαιρο έργο του «Περί του μη δειν δανείζεσθαι» (Οι συμφορές του δανεισμού). Θα αφήσω τον ίδιο να μιλήσει, σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Εμείς ντρεπόμαστε για την ανεξαρτησία μας και υποδουλώνουμε τους εαυτούς μας με υποθήκες και συμβόλαια αντί να περιορίσουμε τις ανάγκες μας και να αρκεστούμε στα απαραίτητα, ώστε, από τα άχρηστα και τα περιττά, απ΄ όσα πετάξαμε απ΄ τη ζωή μας ή πουλήσαμε, να χτίσουμε ένα ναό της Ελευθερίας για εμάς, τα παιδιά και τις γυναίκες μας.

(…)Κολακεύουμε δανειστές που καταστρέφουν σπιτικά, τους καλούμε σε γεύματα, τους προσφέρουμε δώρα και τους πληρώνουμε φόρους, κι όλα αυτά όχι γιατί μας αναγκάζει η φτώχεια (αφού κανείς δεν δανείζει σε φτωχό), αλλά για χάρη της πολυτέλειας. Αν αρκούμασταν στα απαραίτητα, οι δανειστές δεν θα υπήρχαν ως είδος. Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή, διότι χρεωνόμαστε για να πληρώσουμε όχι το ψωμί και το κρασί, μα εξοχικές κατοικίες, δούλους, μουλάρια (ΣτΣ οι σημερινές Μερσέντες) και τραπεζώματα, καθώς και για να χρηματοδοτούμε, χωρίς καμία συγκράτηση, θεάματα για τις πόλεις (ΣτΣ, που θησαύρισαν τους Νταλάρες).

 

Και για να μη θεωρηθεί ότι παραμένω ρομαντικός, αναπολώντας τα παλαιά και ξεπερασμένα, θα σας κάνω το χατίρι και θα γίνω λίγο “in”…«μονδέρνος» ντε! Θα σας μεταφέρω τις σκέψεις ενός βρετανού συγγραφέα, του Σόμερσετ Μωμ: «Κάθε έθνος που θεωρεί πιο σημαντικές την ευκολία και την άνεση από την ελευθερία του, θα χάσει σύντομα την ελευθερία του. Και η ειρωνεία είναι, ότι σύντομα θα χάσει επίσης και τις ευκολίες και τις ανέσεις του».

Συνοψίζω τις σκέψεις μου ως ακολούθως. Το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης γέννησε τα Μνημόνια με τις επαχθείς και εξευτελιστικές δανειακές συμβάσεις όχι διότι απέτυχε οικονομικά, αλλά διότι απέτυχε πνευματικά, διότι κένωσε τον Έλληνα από κάθε πνευματική αναφορά, τον αναισθητοποίησε και ιδού τα αποτελέσματα: το τίποτε προβάλλεται για κάτι, το ανούσιο για σημαντικό, το χυδαίο για ευγενές, το νεο-πλουτίστικο λάιφ στάιλ και η αντιαισθητική ξιπασιά για πρόοδος. Ασχήμια παντού και καθολική πνευματική κενότητα, που απονευρώνει τα δημιουργικά κύτταρα του συλλογικού είναι μας.

Στη χώρα που κανονικά έπρεπε να είναι η βασίλισσα της ομορφιάς, και η οποία καυχάται για το δημοκρατικό ήθος της, οι πολίτες της βιώνουν επί δεκαετίες τώρα τη δικτατορία της ασχήμιας, τη δικτατορία της βλαστήμιας, της χυδαιολογίας, της χυδαιοπραξίας, της αισχρογραφίας, της αναισθησίας, της ανόητης μαγκιάς και του τίποτε στον πολιτικό λόγο και στην πράξη. Αυτά είναι τα πραγματικά αίτια της οικονομικής μας εξαθλίωσης. Η ανάταξη από την κατάσταση μηδέν που βρισκόμαστε προϋποθέτει την ακύρωση των ανωτέρω, την επιστροφή στο δοκιμασμένο ελληνότροπο σύστημα αξιών και αρχών και όχι στην αναζήτηση της σωτηρίας από τεχνοκράτες πρωθυπουργούς, από ευρωτεχνοκράτες σοφούς, από ποικιλόμορφους ειδικούς και εμπειρογνώμονες αμφιβόλου αξίας, αρκεί να είναι αλλοεθνείς, ούτε και από αρχιερείς με ειδικότητα στα «οικονομικά». Χρειαζόμαστε επειγόντως «ελληνοκράτες» με συνείδηση της αριστοκρατικής καταγωγής τους και με ζήλο για προβολή και χρήση της «πυρηνικής» διαπραγματευτικής μας βόμβας, που είναι τα αξιοζήλευτα και πλήρως αναξιοποίητα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα: γεωγραφική θέση, Ιστορία, κλασική γραμματεία, Ελληνορθοδοξία, απόδημος ελληνισμός, θάλασσα (εμπορικός στόλος, υποθαλάσσιος πλούτος, ναυτοσύνη).

Λυπάμαι που πικρολογώ, αλλά δεν μπορώ να περιγράψω διαφορετικά το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης στην ολότητά του, μαζί με τα αριστεροδεξιά παρακλάδια του. Ένα σύστημα που όζει, όπως το ψοφίμι, και εξακολουθεί να δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα. Γι΄ αυτό καλώ όλους τους απεξαρτημένους, όλους τους απελεύθερους όλων των κομμάτων στην ύστατη πράξη κοινωνικής προσφοράς: «Θάψτε τους νεκροθάφτες» με την ψήφο σας, ώστε να αναφωνήσουμε με λυτρωτική ανακούφιση: Τετέλεσται, γι΄ αυτούς οριστικά και τελεσίδικα, χωρίς…Ανάσταση!

{Συνοπτική εκδοχή του εν λόγω άρθρου θα δημοσιευτεί στην έντυπη έκδοση του περιοδικού “Imagine” (Μάρτιος 2012) }

 

0 Comments

Socialize

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>